Μια φορά κι έναν καιρό…

Για ακόμα μία φορά δεν μπορούσα να αντισταθώ στη μυρωδιά, στο άρωμα της θα έλεγα καλύτερα. Έκανα το διάλειμμα μου, και την μύριζα ξανά και ξανά λες και δεν την είχα μυρίσει ποτέ πριν. Αρκετά στρογγυλή, με δύο μικρά κομμάτια να προεξέχουν στο κάτω μέρος, κι ένα μεγαλύτερο στα αριστερά… ήταν το κεφάλι. Αν δεν είχε το περίγραμμα αποτυπωμένο με έντονο μπλε χρώμα, δεν θα μπορούσες να καταλάβεις τι απεικόνιζε, σίγουρα όμως ήταν ένα πρόβατο. Μία γομολάστιχα τόσο ελκυστική για μαθητές του δημοτικού, αλλά και τόσο… νόστιμη! Όχι, δεν το πήγα το όλο θέμα τόσο μακριά ώστε να την… καταβροχθίσω. Δόξα το Θεό, ήμουν αρκετά νοήμων για την μικρή μου ηλικία, αλλά αυτή η γομολάστιχα μύριζε… εξαιρετικά νόστιμα! Την δάγκωσα μόνο μερικές φορές, αλλά τίποτα παραπάνω.


Τα έβαζε το ένα πάνω στο άλλο, όμορφα τακτοποιημένα, σαν να ήταν ο πιο πολύτιμος θυσαυρός της. Ήταν πολύχρωμα, φτιαγμένα με χοντρό και καλής ποιότητας μαλλί, πεντάγωνο το σχήμα τους, αλλά καμμία σχέση με το γνωστό κτίριο… μην ανησυχείτε. Μικρά χαλάκια για το σπίτι, είτε για ζεστασιά είτε για να δώσουν λίγο πιο όμορφο τόνο στο πάτωμα.

Η γιαγιά μου συνήθιζε να κάθεται σε αυτή την μεγάλη και άνετη ξύλινη καρέκλα με τα πράσινα μαξιλαράκια, που με τον χρόνο είχαν γίνει δυστυχώς σαν φύλο χαρτί. Όχι ότι είχαν φθαρεί με το πέρασμα των ετών, αλλά ξέρετε, η γιαγιά τα είχε τα κιλάκια της. Μελετούσα για τα μαθήματα του σχολείου, και συνήθως καθόταν εκεί, πότε πλέκοντας, πότε μιλώντας μου, και σχεδόν πάντα παίρνοντας υπνάκους στην καρέκλα. Το παράδοξο; Κάθε φορά που της ζήταγα να μου πει κάποια όμορφη ιστορία από το παρελθόν, εκείνη… «Ω παιδάκι μου, δεν θυμάμαι τίποτα…», και σε δευτερόλεπτα ο επόμενος υπνάκος που περίμενε στη σειρά την αποπλανούσε. Κάθε φορά όμως που είχα να διαβάσω πολλά μαθήματα και χρειαζόμουν περισσότερη ησυχία και συγκέντρωση, ήταν σαν να της έβαζαν μία ένεση για την μνήμη και άρχιζε να μου λέει χίλιες και μία ιστορίες που θυμόταν. Πραγματικά, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς  λειτουργούν αυτά τα πράγματα με τους ηλικιωμένους. Ακόμα είναι ένα μεγάλο μυστήριο για μένα.

Ο ήλιος εκτυφλωτικός σήμερα. Τον βλέπω από το μικρό παράθυρο του μικρού υπογείου μου. Συνηθισμένο να νοικιάζει κάποιος ένα μικροσκοπικό υπόγειο διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη. Πώς άλλωστε μπορείς να τα καταφέρεις σε αυτή την πόλη αν το μόνο πράγμα που έχεις στην τσέπη σου όταν έρχεσαι είναι ένα όνειρο; Τα χρήματα ήταν πολυτέλεια.

Κοιτάω έξω από το παράθυρο… είναι τόσο διαφορετικά. Τώρα και τότε. Κάθομαι στο γραφείο μου και μπορώ να δω μόνο το όμορφο δέντρο έξω και την οροφή του κτιρίου απέναντι, κεραμύδια δεν θα τα έλεγα, κάτι σαν απομίμηση. Κάποτε, μπορούσα να θαυμάζω τα καταπράσινα χωράφια και μερικά σπίτια σε κάποια απόσταση. Ήταν ένα μεσαίου μεγέθους χωριό, κι εγώ μέσα στο ίδιο δωμάτιο που είχα τις πρώτες μνήμες ως παιδί… με την μικρή κούνια στην άκρη του δωματίου, κάτω από τις όμορφες εικόνες, σαν εκείνες που βρίσκει κανείς σε όλα σχεδόν τα μικρά εκκλησάκια κάθε ελληνικού νησιού.


Δημοσίευση: 10/7/2019 | Τελευταία ενημέρωση: 10/7/2019 | ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ | Το Βιβλίο | Αρχείο κατηγορίας | Σελίδα κατηγορίας | Κεντρικό  Αρχείο English |